Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010

Απόπειρες 3: Η τέχνη


Η τέχνη αν έχει ταχύτητα είναι αργή. Όπως ακριβώς και το συναίσθημα.

Απόπειρες 2: Η βόλτα


Καμιά φορά σκέφτομαι πως μια βόλτα μιας ώρας μπορεί και να φτάνει για μια ολόκληρη ζωή σκέψεων και ποίησης. Να μην χρειαστεί να ξαναβγείς έξω.

Απόπειρες 1: Ο Δύτης


Έχω ξεχάσει να ακούω τις σκέψεις μου. Εκείνες τις νύχτες επιστρέφοντας από τον Πειραιά με το λεωφορείο και τα ακουστικά στ’ αυτιά ακόμη τις νοσταλγώ. Περπατώντας- εμβαθύνοντας στη μουσική – στη ψυχή – στις σκέψεις – στις αστικές εικόνες. Θα ’λεγε κανείς πόσο απλό είναι για να γραφτεί κάτι τέτοιο. Εκεί λοιπόν αποδεικνύεται πως όλα είναι στο μυαλό ενός ανθρώπου. Γιατί ένας βλέπει απλά έναν άνθρωπο που επιστρέφει κουρασμένος απ’ τη δουλειά σπίτι κι ένας άλλος βλέπει μια ολόκληρη θεατρική ιεροτελεστία. Στις κινήσεις του έχουν χαραχτεί τα σημάδια όλων των χρόνων της ζωής του – στο βλέμμα. Αυτή είναι η μόνιμη κατάσταση που αλλάζει αργά και με δυσκαμψία. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο πολύπλοκα όταν προστίθεται η πιο πρόσφατη κατάσταση του «ήρωα» και του περιβάλλοντος του. Η συναισθηματική κατάσταση – οι καιρικές συνθήκες προσδίδουν μεταπτώσεις – η σωματική κούραση… Η μουσική αλλάζει ρυθμούς στο περπάτημα και τρόπο να κοιτάς – να νοιώθεις. Οι εικόνες – τα τοπία αλλά και όσα διαδραματίζονται μπροστά σου καθορίζουν την σκέψη – την ταχύτητα… Και το βάθος που κανείς φτάνει όλο και αυξάνεται. Με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής ο δύτης συνεχίζει σε βάθος.

Κυριακή, Ιουνίου 06, 2010

Γκρίζο

Νωρίς το πρωί, το πρώιμο στάδιο της μέρας. Τα σύννεφα ξεκινούν την περιπλάνηση τους χαμηλά. Προσφέρουν την πάχνη και την υγρασία σε αυτό το κορμί. Το δωμάτιο ασφυκτικά κλειστό. Το μικρό παράθυρο του ξενώνα με την κατακίτρινη κουρτίνα κάνει την αίσθηση της παρακμής ακόμη πιο αβάσταχτη. Το μικρό κρεβάτι, το κατασκονισμένο κομοδίνο και το μισοκαμένο πορτατίφ. Η αναζήτηση κατοικεί σε τέτοια δωμάτια το ίδιο και ο Γ. Αυτό το πρωί βρίσκεται φιλοξενούμενος σε μια τέτοια κατοικία, που παρακμάζει και αργά αργά οδεύει προς το γκρέμισμα. Η αποσύνθεση μιας ζωής μπορεί να παρομοιαστεί με την αποσύνθεση της υλής. Με αντικείμενα όπως αυτό το μικρό τραπέζι και αυτούς τους ξεχασμένους στο χρόνο τοίχους, με αυτήν την χαζή ντεμοντέ γκρίζα ταπετσαρία. Αυτή η αίσθηση του γκρίζου μπορεί να στιγματίσει ολόκληρη την ζωή. Ο γκρίζος ουρανός φανερώνει αυτό το συναίσθημα. Το δυναμώνει.

Ο Γ. βρέθηκε σε αυτό το δωμάτιο. Αργά το βράδυ έφτασε, άνοιξε την πόρτα. Δεξιά του το γραφείο της υποδοχής με το χαρακτηριστικό κουδούνι να αστράφτει πάνω στο πάγκο της ρεσεψιον, αριστερά ο απαραίτητος καναπές, τα περιοδικά και το μεγάλο κοντό μαύρο τραπεζάκι. Δίνει την ταυτότητα, παίρνει τα κλειδιά, ο διάλογος με τον ξενοδόχο ανύπαρκτος. Το δωμάτιο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο, μόλις εξήλθε του ασανσέρ, η μυρωδιά της κλεισούρας επικράτησε κάθε άλλης αίσθησης. Τα πάντα γύρω του γκρίζα...μισοφωτισμένα. Διακρίνοντας τον αριθμό του δωματίου, έσπευσε να φτάσει στην πόρτα. Το μοναχικό, παράξενο ταξίδι του, τον έφερε σε αυτό το ρημαγμένο ξενώνα. Η πόρτα πίσω του κλείνει. Ανάβει το φως. Στάθηκε ένα δεύτερο και πίσω του ακούστηκε βάδισμα. Ακούει τα κλειδιά, η πόρτα ανοίγει, βλέπει τον εαυτό του να ανάβει το φως. Το φως σβήνει. Τα πάντα παγώνουν. Ανάβει το φως του μπάνιου. Ο εαυτός του πουθενά. Παρ όλη την ταραχή δεν χάνει την ψυχραιμία του. Συνεχίζει να περιεργάζεται το δωμάτιο. Η κουβέρτα είναι στην απόχρωση του γκρίζου. Το μυαλό του στριφογυρνά στην κουβέντα που είχε προημερών με τον κ.Χ.


  • Η μοναξιά συναντιέται σε κάθε κίνηση που κάνεις. Σε βρίσκει στο πρωινό ξύπνημα, βρίσκεται στην κίνηση του ανοίγματος της πόρτας και στην αίσθηση που δίνει αυτό το άνοιγμα. Βρίσκεται στο πώς επιλέγεις φαγητό, ρούχα, μια βόλτα, μια εκδρομή. Στο πώς γελάς, πώς τραγουδάς, πώς σκέφτεσαι. Από το πιο μικρό πράγμα στο πιο σύνθετο. Για αυτό είναι αμπόρετη. Γιατί κάθε φορά έρχεται και σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί μόνος; Σε κάνει να αμφιταλαντεύεσαι, αν έκανα κάτι λάθος. Οι επιλογές, αυτές οι ηλίθιες καθημερινές επιλογές σιγά σιγά γίνονται θηλιά στο λαιμό.

  • Δηλαδή το ότι επιλέγω, σημαίνει ότι θα μένω και σιγά σιγά πιο μόνος;

  • Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι το είναι σου συναντά την μοναξιά πιο συχνά από ότι νομίζεις. Χτίζεις καθημερινά το μονοπάτι εκείνο που βγάζει σε αυτό το αδιέξοδο.

  • Μα δεν θα έπρεπε να είμαι τόσο μόνος. Δεν μπορεί όλοι γύρω μου να είναι τόσο μόνοι. Εγώ αναζητώ τους τρόπους να ισοπεδώσω αυτήν την μοναξιά. Ωστόσο αυτό που νιώθω όμως ότι καταλαβαίνω καλά είναι ο εαυτός μου. Ίσως να πλανιέμαι γιατί σιγά σιγά νιώθω ότι τον χάνω και αυτόν. Η ανάγκη μου για ζωή και ευτυχία, έχει μετατραπεί σε ανάγκη για ησυχία και λιτότητα των αισθήσεών μου. Γιατί όσο περισσότερο νιώθω, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ αυτό το μοναχικό γκρίζο. Αυτό όμως δεν μπορώ να το αποφύγω...πάντα μα πάντα επιδιώκω αυτήν την αναζήτηση.

  • Όλα πλέον στην ζωή τείνουν να μετατρέπονται σε απλοϊκά γνωμικά ή ακόμη ακόμη μπορεί κάποιος να τα παρομοιάσει με χρώματα. Άσπρο η μαύρο. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες επιλογές δεν μπορούν να έχουν μια μέση κατάσταση ουδετερότητας, άλλα η ζωή δεν είναι ποτέ έτσι. Η ζωή εάν παρομοιαζόταν με χρώμα, για μένα θα ήταν το γκρίζο, για άλλους κάθε χρωματική απόχρωση η οποία θα ήταν το πάντρεμα ενός-δύο-τριών-άπειρων χρωμάτων.

  • Εσύ αναζητάς; Η μονή ελπίδα που βρίσκω ώρες ώρες είναι στην αναζήτηση του εαυτού μου. Σε κανέναν άλλον. Θέλω να πορεύομαι μόνος, για να είναι όλα πιο εύκολα...

  • Συνάμα όμως γίνονται όλα τόσο τραγικά και προβλεπόμενα, τόσο μοναχικά. Πραγματικά δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι η μοναξιά μου με ωθεί ακόμη πιο πολύ στην αναζήτηση. Αλλά άλλοτε με φέρνει ακόμη πιο κοντά στην σκιά μου και δεν το μπορώ. Όταν μένω μόνος τρέμω. Εκεί έχω καταλήξει. Ότι αυτή η σκιά αν απλωθεί κι άλλο κάποια στιγμή θα με στιγματίσει. Πάντα θέλησα να ακούσω, να καταλάβω, να συμμορφωθώ με τα συναισθήματα, να βοηθήσω, να εμπνεύσω και να εμπνευστώ, να χτίσω... αλλά τα πάντα γύρω μου γυρνάν μέσα σε έναν φαύλο κύκλο, με γνωστό αποτέλεσμα ,άλλα με τόσο απρόβλεπτη διάμετρο.


Ο Γ. πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι μα ήδη είχαν σχηματιστεί στην κουβέρτα τα βαθουλώματα από ένα κορμί. Τρόμαξε. Τα πάντα πάγωσαν. Ήταν πολύ εκνευριστικό αυτό που γινόταν. Άπλωσε το χέρι του να σηκώσει τα σκεπάσματα. Έγειρε το κορμί του προς την πλευρά του παραθύρου και είδε ξανά τον εαυτό του να κοιτά έξω από το παράθυρο. Τα μάτια του έκλειναν. Το άλλο πρωί, σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Ανοιξε λίγο την κουρτίνα και κοίταξε το λιβάδι απέναντι. Το δωμάτιο ασφυκτικά κλειστό. Το πρωινό ήταν πολύ υγρό. Η ανάγκη του για να ξεφύγει από αυτήν την αλλόκοτη κατάσταση ήταν πολύ μεγάλη. Ήταν μόνος του μα πλέον ήταν τρομαγμένος. Αυτό που βίωνε ήταν ένα παράξενο σημάδι. Άνοιξε την πόρτα. Κοίταξε προς το ασανσέρ, είδε πάλι τον εαυτό του να περιμένει το ασανσέρ και να μπαίνει μέσα.... Έτρεξε προς την πόρτα μα το ασανσέρ ήταν στον ίδιο όροφο, δεν είχε μετακινηθεί. Έγνεψε στον ξενοδόχο. Βγήκε έξω, πάτησε το πλακόστρωτο. Αλαφιασμένος ανέβηκε προς το ύψωμα. Στα αριστερά του το μονοπάτι πέρναγε τις άσπρες αμυγδαλιές... πίσω του είδε πάλι μία γνώριμη φιγούρα να πετιέται έξω από τον ξενώνα. Γνωστό το πρόσωπο... Ανέβηκε στην κορφή του υψώματος. Ένιωθε ότι ήταν πλέον τόσο αργά, τόσες στιγμές, τόσες προσπάθειες, τόσος χρόνος και δεν είχε κερδίσει τίποτα... το μόνο που ένιωθε ήταν ότι έχανε τον ίδιο του τον εαυτό, έχανε τα λογικά του. Στην κορυφή του υψώματος, για άλλη μια φορά αντίκρισε το ίδιο πράγμα... μία ακόμη επιλογή. Κανείς δεν τον ένιωθε, κανείς δεν τον κατάλαβε. Η αναζήτηση. Το άγνωστο.

Ώρες ώρες τα πάντα περιστρέφονται σε αυτόν τον φαύλο κύκλο. Φαύλος γιατί μπορεί να είναι γνωστό το πού τελικά – ή μπορεί να φάνταζε γνωστό- μα ο Γ. ένιωθε ότι βάδιζε στο απρόβλεπτο δρόμο της διαμέτρου αυτού του κύκλου, για ακόμη μία φορά.




Δευτέρα, Μαΐου 24, 2010

Βίλχελμ Ράιχ - Άκου ανθρωπάκο



Απόσπασμα από το βιβλίο του Ράϊχ που μέχρι προχθές δεν ήξερα τίποτα για αυτόν και δεν είχα διαβάσει επίσης τίποτα και έχω εκτιμήσει πολύ ως τώρα τη δουλειά του, το συγγραφικό του έργο και γενικά την διάυγεια του.

…Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι μετέτρεψες τα ανθρωπάκια σε δυνάστες σου και ότι έστειλες στο μαρτύριο τους πραγματικά μεγάλους άντρες, ότι τους σταύρωσες, τους λιθοβόλησες και τους άφησες να πεθάνουν απ’ την πείνα, ότι ποτέ δεν τους σκέφτηκες, ούτε αυτούς, ούτε τους κόπους τους, ότι δεν έχεις την παραμικρή ιδέα σε ποιους χρωστάς οτιδήποτε καλά υπάρχουν στη ζωή σου…

… Δεν έχεις αισθητήριο όργανο για να ξεχωρίσεις τον πραγματικό μεγάλο άνθρωπο. Ο τρόπος ζωής του, ο πόνος του, η επιθυμία του, ο θυμός του, η πάλη του για σένα, σου είναι άγνωστα. Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι υπάρχουν άντρες και γυναίκες που δεν μπορούν να σε καταπιέσουν και να σε εκμεταλλευτούν και που θέλουν να είσαι ελεύθερος, ειλικρινής και τίμιος. Δεν αγαπάς τους άντρες αυτούς και τις γυναίκες γιατί είναι ξένοι προς την ύπαρξή σου. Είναι απλοί και ακέραιοι, γι’ αυτούς η αλήθεια είναι ότι είναι για σένα η πονηριά. Κοιτάζουν τον εσωτερικό σου κόσμο, όχι με χλευασμό, αλλά με πόνο για τη μοίρα του ανθρώπου. Μα εσύ αισθάνεσαι την ερευνητική ματιά τους και οσφρίζεσαι κίνδυνο. Τους παραδέχεσαι Ανθρωπάκο, τότε και μόνον, όταν άλλα Ανθρωπάκια σου πούνε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι μεγάλοι. Φοβάσαι το μεγάλο άνθρωπο, τη γνώμη του και την αγάπη του για τη ζωή. Ο μεγάλος άνθρωπος σ’ αγαπάει απλά, όπως αγαπάει κάθε ζώο σαν ζωντανό πλάσμα. Δε θέλει να σε βλέπει να υποφέρεις όπως υπέφερες ολόκληρες χιλιετηρίδες. Δε θέλει να σ’ ακούει να μοιρολογείς όπως μοιρολογούσες ολόκληρες χιλιετηρίδες. Δε θέλει να σε βλέπει υποζύγιο, γιατί αυτός αγαπά τη ζωή και τη θέλει ελεύθερη από πόνο και εξευτελισμό…


Βέβαια αμέσως κάτι μου θύμισε... χωρίς να θέλω βέβαια να συγκρίνω...

http://pikralida.blogspot.com/2007_07_01_archive.html

http://pikralida.blogspot.com/2007/10/blog-post.html


τέλος, αξίζει κανείς να διαβάσει λίγα λόγια για τη ζωή αυτού του ανθρώπου:

http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/07/11/wilhelm-reich/



Κυριακή, Μαΐου 23, 2010

Βιβλιαράκι μου λαμπρο...




Το πρωινο με βρηκε σε μια πολυ περιεργη συναισθηματικη κατασταση. Γιατι; Μολις διαβαστηκε η τελευταια λεξη. Μολις το μυαλο μου χαθηκε αναμεσα στα γραμματα! Σαν να βρισκομαι σε εναν μεγαλο χωρο με λευκο φοντο, με την ιδιαιτεροτητα, τα τοιχωματα του αλλωτε να διακρινονται και αλλωτε να εξαφανιζονται. Το λευκο ενισχυεται οταν αορατες λεξεις και προτασεις πετουν διασπαρτα στο χωρο. Εκει προχωροντας, αλλωτε νομιζω οτι βρισκομαι σε ενα κλειστο αποπνικτηκο τουνελ, στου οποιο το φοντο απο λευκο γινεται σκοτεινο, κιτρινοπο σαν το χρωμα της αμμου και οι τοιχοι ολο ενα και κλεινουν προς τα εμενα. Ειναι εκεινη η στιγμη που εντελως μπερδεμενος κ προβληματισμενος πιανω το κεφαλι μου και κουλουριαζομαι, ακινητος σε μια γωνια προσπαθοντας να αποφυγω τις λεξεις και τις προτασεις που σε υπερογκα μεγεθη ερχονται καταπανω μου! Αλλα εγω δν μπορω να κανω κατι. Τις δεχομαι, ακινητος. Δυστυχως η ευτυχως δεν ειναι παντα ετσι. Το λευκο φοντο επιστρεφει μαζι με την διαυγεια και την ευτυχια, στη οψη των τοιχων οπου απομακρινονται κ σιγα σιγα εξαφανιζονται.
Γιατι τα λεω ολα αυτα; γιατι μολις γυρισα την τελευταια σελιδα ενος βιβλιο και αντικρυσα το λιτο πλην ομορφο οπισθοφυλλο του. Ειναι τοσο σημαντικο για μενα αυτο πλεον. Τοσο ομορφο. Τοσο μαγευτικο. Μου προσφερει τοσα πραγματα. Ειλικρινα ειναι δυσκολο να περιγραφει. Καθε βιβλιο αφηνει ενα σημαδι στην ψυχη σου, αν αυτο μεινει αναλιωτο, πιστευω οτι δειχνει τι σημαινε το συγκεκριμενο βιβλιο για σενα.

Το βιβλιο που μολις τελειωσα ηταν ο φυλακας στην σικαλη του Σαλιντζερ. Ωρες ωρες μου μοιαζει δυσκολο να συγκροτησω την σκεψη μου για να σχολιασω ενα βιβλιο. Μακαρι να μπορουσα να το κανω ευκολα, για να μοιραστω με αλλους αυτο που μου δινει ενα βιβλιο. Μεχρι τοτε ευχομαι να πεσει στα χερια σας ο φυλακας στην σικαλη και να τον διαβασετε. Αξιζει...ισως αργοτερα επανερθω για μερικα σχολια πανω στο μυθιστορημα του Σαλιτζερ.


Σάββατο, Μαΐου 22, 2010

Γιουσουρούμ



Δεν ξέρω ποιός είναι ο καλλιτέχνης αυτών των στολιδιών στο μοναστηράκι και ούτε αν το έκανε (που μάλλον το έκανε) επί πληρωμή αλλά οι ζωγραφιές του μου αρέσουν πολυυύ!

Πέμπτη, Μαΐου 13, 2010

Τα παιδία ΔΕΝ παίζει

Καπως έτσι και μετά την άρνηση του δήμαρχου ( αν βέβαια δεν υπάρχει από πίσω μια κάμερα ή το Σκαι όπως στην προκειμένη περίπτωση ) ξεκινούν οι πρώτες "αντιεξουσιαστικές" σκέψεις! Καλώς εχόντων των πραγμάτων... επλίζουμε όλοι σε μία κατάληψη.... :-Ρ

Αφιερωμένο λοιπόν στο "στενάκι" της Καλλιθέας (στο αδιέξοδο αλλιώς) που μεγάλωσα... και που καμιά φορά ακόμη μου κάνει το κλικ να "κατέβω" να παίξω! Αφιερωμένο λοιπόν στα παιδιά του στενού της δικιάς μου γενιάς (να' ναι καλά όλοι όπου κι αν βρίσκονται) αλλά και στις άλλες γενιές που πέρασαν αργότερα.. Και πολύ χαίρομαι που εδώ και ένα χρόνο ακούω πάλι τις παιδικές φωνές στο στενάκι που για κάποιο καιρό είχε ερημώσει και χαλιόμουν αφάνταστα! Παιδιά μην μασάτε... Κλωτσήστε την μπάλα, σπάστε κανα αυτοκίνητο, και μην δίνετε σημασία στις κυρίες "γεροντοκόρες" της καφέ πολυκατοικίας ούτε στον γυαλάκια τον χοντρό της άσπρης ούτε και στην παρανοική του ισογείου!
Π-Α-Ι-Ξ-Τ-Ε!


Τρίτη, Μαΐου 11, 2010

Ο καθρεπτης

Οι παλαμες μας ειναι αυτες που εντελει καθοριζουν το ειναι μας...

Το βλεμμα μου χανεται μπροστα στις ενωμενες παλαμες μου. Ενας αορατος καθρεπτης σχηματιζεται. Βλεπω το προσωπο μου. Βλεπω το χρονο που περασε πανω μου. Βλεπω την ψυχη μου. Βλεπω οσα με κανουν να μετανιωνω. Βλεπω την οργη, την απογοητευση, την αμηχανια, το αδιεξοδο. Βλεπω το δακρυ για τις ζωες που πληγωνω. Μια μικρη επιφανεια. Ενας απεραντος κοσμος. Ακαθοριστες μετακινουμενες γραμμες σαν χαρακιες . Μετακινουμενοι, αλεπαλληλοι λοφοι, διαφορετικου αναγλυφου... Μορφες κι εικονες που σχηματιζονται αναγλυφα. Σε μια τοσο μικρη επιφανεια αντανακλατε το βλεμμα μου.

Οι παλαμες μου ειναι ο καθρεπτης της ζωης μου, κι οι πραξεις ο καθρεπτης της ψυχης μου...

Κυριακή, Μαΐου 09, 2010

Σημειώσεις σε παλιό τετράδιο



Αλλάζουν οι άνθρωποι ή δεν αλλάζουν;
Αυτό είναι το ερώτημα.
...για να έχει νόημα η ζωή...
Αυτή είναι και η απάντηση.
Γιατί πάντα οι λέξεις θα καθρεπτίζονται και θα απαντούν στον ίδιο τόνο:
"Αλλάζουν οι άνθρωποι ή δεν αλλάζουν;"

Παρασκευή, Απριλίου 30, 2010

Λαβυρινθος

Τι με ενοχλει περισσοτερο; οτι τα ιδια τα λογια μου πληγωνουν. Η σιωπη με πληγωνει, η μοναξια με πληγωνει. Ολα με ενοχλουν τελικα. Η ανεπαρκεια μου...
Ενας λαβυρινθος. Ποτε δεν ειχα την τυχη να βρεθω μεσα σε εναν λαβυρινθο. Προσπαθω να γατζωθω σε μια ελπιδα οπως οι κισσοι γατζωνονται στους τοιχους. Ζω τα αδιεξοδα, υπαρχω αναμεσα στις διασταυρωσεις και στην επαναληψη του χωρου. Αναθεμα στις επιλογες μου, στην επιθυμια μου, στην επικοινωνια με τον εξω κοσμο. Ωρες ωρες νιωθω αδειος, κενος, ανικανος.
Φανταζομαι οτι στεκω σε μια παραλια, αγναντευοντας την θαλασσα και η αμμος κωλημενη πανω μου, οπως τα λαθη μου. Ας με αφηναν για λιγο σε ησυχια.
Κι αναρωτιεμαι, κι αναζητω, τι φταιει; ποιος φταιει; γιατι δεν δεχομαι στοργη; Νιωθω σαν να εχω αφεθει στην οργη του χειμωνα, βαζιδοντας ενα μονοπατι χιονισμενο, αντιξοα και παντα απεναντι στην φυση, προχωρωντας διχως καμια βοηθεια. Γιατι να νιωθω ετσι; αναρωτηθηκε κανεις; γιατι ενας λυγμος μου να μου φαινεται οτι κουραζει;
Τρεχω πλεον να βρω την εξοδο. Δεν ακουω καμια φωνη να με τραβηξει προς τον σωστο δρομο. Κι αυτο με πληγωνει... Οι τοιχοι, οι γωνιες, ο φωτισμος, ολα ιδια κι αναμενομενα. Η ψυχη μου; Προδομενη. Ισως κι απο τα ιδια της τα αισθηματα. Μαλλον... ας διαγραφει το ισως.
Ο λαβυρινθος. Μια ατελμωνη, ατελειωτη, ανοητη θλιψη. Ποιος ειπε οτι υπαρχει εξοδος; δεν υπαρχει τιποτα απο ολα αυτα. Η ελπιδα απλα δημιουργει την πορτα με τις δαφνες. Μια οφθαλμαπατη δημιουργει. Να αναζητησω κατανοηση; θα την εχω; ξερω ξερω... Δεν μιλαω ξεκαθαρα, γιατι βρισκομαι στον ιδιο γαμημενο λαβυρινθο. Αποπροσανατολισμενος ειμαι, τελεία -μιλαει ατοφιο αυτο που νιωθω- .
Αλλωστε ποιος μιλαει καθαρα; κανεις δεν μιλαει ξεκαθαρα. Δεν ειναι ιδεα μου. Αλλιως θα τον ακουγαν τα αυτια μου. Θα εβρισκα αυτην την ηλιθια πορτα, εως ουτου να την καταρριψω ο ιδιος με την ανεπαρκεια μου. Η ελπιδα ριπτεται απο τα λαθη ολων οσων εχουν εξουσια πανω της. Δηλαδη απο εμενα κι εσενα. Αναρωτιεμαι μηπως θα πρεπει να φωναζω ακομη πιο δυνατα μεσα απο τα τοιχοι του λαβυρινθου. Μηπως δεν ακουγομαι; Το μονο που ακουω μεσα εδω ειναι η μουσικη που συνθετει την ψυχη μου. Τωρα δα συνθετει τα συναισθηματα μου. Ειναι αυτη η δημιουργος αλλα κ αυτα τα λογια που τα γραφω διπλα απο την πορτα που μολις εξαφανιστε απο μπροστα μου... Ενα αξιοπροσεκτο αμφιδρομο φαινομενο δημιουργιας.
Γραφω λοιπον πανω σε αυτο το αδιεξοδο δυο λογια αναζητωντας αλλα αδιεξοδα και επαφη. Επικοινωνια και δρομο επιστροφης η εστω μιαν οφθαλμαπατη.

Πέμπτη, Απριλίου 22, 2010

Το σταυροδρόμι




Κάθε απόγευμα μετά το ξενέρωμα της δουλειάς με ξυπνάει απ' την αποχαύνωση μια όμορφη εικόνα. Η συνάντηση μιας παρεούλας και το κουβεντολόι στο "σταυροδρόμι"...

Η διαφορά στις ημέρες αποδεικνύεται και από τα σύννεφα...Για τους δύσπιστους. Η κακή ποιότητα οφείλεται στην κάμερα του κινητού.

Τετάρτη, Απριλίου 21, 2010

Φτερα

Καταρχην εχει πολυ ενδιαφερον η επιλογη! Αφηγηση; πρωτο προσωπο; αμεση περιγραφη των γεγονοτων; τοσες δυνατοτητες. Τοσες πολλες εναλλακτικες...
Η αφορμη.

Ενας μικρος σπουργιτης παραμεριζει το σκοταδι του δωματιου...παρολο που το αντικρυζει, τελικα απο οτι φαινεται αποφασιζει να προσγειωθει εντος αυτου του μεγαλου δωματιου. Ισως κ να το εσπρωξε ο ανεμος μεσα η μπορει απλα να μιλαμε για μια ανωμαλη, λαθεμενη προσγειωση. Το ακουσμα των φτερων. Αθορυβα ακουμπα το εδαφος. Η πρωτη αντιδραση... το κεφαλι του κουνιεται δεξια κι αριστερα σαν τρελο. Προσπαθει να συνηθισει τον χωρο στον οποιο βρισκεται. Προσπαθει να συνηθισει τα ορια - τους καταλευκους ασβεστομενους τοιχους, τα μεγαλα γκριζα σιδερενια ντουλαπια, τα σκαλια, τις τσαμενιες πορτες- τα οποια συναντησε... Ενα, δυο βηματα. Τα τιτιβυσματα. Η γλυκια φωνη που πραγματικα γαληνευει την ψυχη μου. Μολις τον ακουσα, γυρισα το κεφαλι και τον αντικρυσα. Μα γιατι; μονο και μονο που συναντας αυτα τα ορια...μονο και μονο που κρυβεται ο ουρανος, ειμαι σιγουρος πως σε τρομοκρατει. Κι ομως η αγνοια σου και οι αποσπασματικες κινησεις σου σε κανουν να θες πεταξεις παραπερα. Μεσα στον ιδιο χωρο βρισκεται ενα τεραστιο σιδερενιο κλουβι, κλειδωμενο με λουκετα. Βεβαια τα κενα μεταξυ των καγκελων δεν μπορουν να σε κρατησουν μεσα. Ακουμπας, βρισκεσαι στην ακρη, σαν να παραπατας. Ισορροπωντας ομως και με ενα τρανταγμα των φτερων σου αντικρυζεις το φως του ηλιου. Την αντηλια που δημιουργητε οταν ο ηλιος βρισκεται ακριβως απεναντι απο την θεση της εισοδου. Για λιγα δευτερα βρισκεσαι μεσα σε ενα κλουβι αθελα σου. Γυρω απο τα αυλα σιδερα τα οποια φυλακιζουν τα φτερα σου. Μια εικονα, ενα περιστατικο. Εκεινη την στιγμη τα φτερα σου γινονται το πιο βαρυ φορτιο. Μια γλυκοπικρη αισθηση κατακλυζει την ψυχη μου. Τα φτερα σου; η ψυχη συναντα την αγνοτητα και την γαληνη, το χαμογελο αλλα η εικονα του σιδερου τα ακυρωνει ολα αυτα. Δεν αντεχεται η ιδεα μιας φυλακης. Φωναζω, τα χερια μου κινουντε αποτομα. Τα φτερα σου ανοιγουν, χανεσαι στο φως, με χαιρετας αφηνοντας μια κραυγη. Στον οριζοντα φαινεται ενα αχνο γραμμικο σχημα, κοντρα στις ακτινες του ηλιου. Πιανω την καρεκλα, ανασκουμπωνομαι και καθομαι. Το κελαηδισμα καλα κρατει...

Παρασκευή, Απριλίου 16, 2010

Επιθυμια

Καθε βραδυ ενας αερας αλλοκοτος, ανακατωνει τις ψυχες. Μαζι με τα φυλλα των δεντρων, ανακατα, κινουντε προς ολες τις κατευθυνσεις. Καθε βραδυ, το ιδιο κενο. Με αυτο το κενο ταξιδευει και η δικια μου ψυχη. Εικονες η μια μετα την αλλη. Ο στενος δρομος, ο φρακτης, η αυλη,τα τριανταφυλλα, τα χρυσανθεμα, τα δεντρα, το χωμα, οι πετρες, οι λευκες καρεκλες, τα μπλε παραθυρα, η ασυμενια στεγη, η πορτα... Τα προσωπα, οι κουβεντες, η μουσικη, η αγαπη. Ο ταξιδευτης. Μια αορατη ψυχη να περιφερεται στο δωματειο. Καθε βραδυ το ιδιο κενο, καθε βραδυ η ιδια αφορμη για ταξιδι. Τα ματια κλειστα, η καρδια χτυπα. Η ψυχη μου προσπαθει να αγγίξει, με μια αγκαλια τα παντα. Να παρει μορφη, να νιωσει. Το δωματειο γεμιζει απο τα γελια, απο φασαρια, απο τα προσωπα, απο την φωτια που καιει, απο την αμεσοτητα. Τα βραδια που η αγκαλια μου στεκει κενη, η φαντασια μου επιμενει, και οσο το μεσο που λεγεται επιθυμια με ταξιδευει, με οδηγει στο κενο. Αυτος ο αερας ο αλλοκοτος ειναι η επιθυμια. Αποπροσανατολισμος. Επιθυμια μια κενη λεξη διχως την πραξη. Επιθυμια διχως αγγιγμα; οι παλαμες μου κενες, το σωμα μου αυλο. Η φαντασια μια πλανη που απλα συντροφευει την υπομονη. Το κενο ωρες ωρες μεγαλωνει σαν επιθυμεις... Σαν νιωθεις μονος;

Κυριακή, Μαρτίου 21, 2010

Gil Scott Heron - Running


Because I always feel like running
Not away, because there is no such place
Because, if there was I would have found it by now
Because it's easier to run,
Easier than staying and finding out you're the only one...who didn't run
Because running will be the way your life and mine will be described
As in "the long run"
Or as in having given someone a "run for his money"
Or as in "running out of time"
Because running makes me look like everyone else, though I hope there will ever be cause for that
Because I will be running in the other direction, not running for cover
Because if I knew where cover was, I would stay there and never have to run for it
Not running for my life, because I have to be running for something of more value to be running and not in fear
Because the thing I fear cannot be escaped, eluded, avoided, hidden from, protected from, gotten away from,
Not without showing the fear as I see it now
Because closer, clearer, no sir, nearer
Because of you and because of that nice
That you quietly, quickly be causing
And because you're going to see me run soon and because you're going to know why I'm running then
You'll know then
Because I'm not going to tell you now
.
.
.
.

http://www.youtube.com/watch?v=uD85APVez40

Πέμπτη, Μαρτίου 18, 2010

Επεξηγησεις

Για να 'ναι ελευθερη μια ψυχη πρεπει να δεχεται, σαν ανασενει, οτι σκλαβωθηκε

Για να 'ναι ελευθερη μια αγαπη, πρεπει να μαθει να λιγοψυχα, να δακριζει, να πονα, να υπομενει, να δινει, να φωτιζει, να ανατελει καθε πρωι και να ανθιζει καθε βραδυ

Για να 'ναι ελευθερο ενα χαμογελο πρεπει εχει χρωμα, να εχει ζωη, να 'ναι αθωο, αγνο, γλυκο κι αναλαφρο σαν την δροσια της αυγης

Ενα ελευθερο μυαλο, πρεπει να φυλακιζει και να καιει, καθε αρρωστημενο κυτταρο που του προσφερει η ανελεητη πραγματικοτητα που ζει

Η ελευθερια δεν οριζεται. Αναζητειται. Κρυβεται αναμεσα στις πολυκατοικιες. Αναμεσα στα κενα σκοτεινα σοκακια. Εκει, στο σημειο που ισα ισα φωτιζει το φως του δρομου. Κι εγω ενας νυχτερινος ταξιδιωτης, βαδιζω κατω απο το ημιφως του φεγγαριου. Κοιτω τους γραμμενους τοιχους, τις νερατζιες, τα πεζοδρομια, κοιτω κατω απο τα αμαξια. Μα ανωφελα. Γιατι η ελευθερια κρυβεται μεσα στην κιθαρα, που βλεπω πισω απο την βιτρινα ενος μαγαζιου. Να τωρα ακολουθει τα χναρια ενος νυχτερινου ταξιδιωτη σαν και εμενα. Αυτος βρισκεται στο απεναντι πεζοδρομιο, μα δεν μπορει να την αντικρυσει. .. Η ελευθερια κρυβεται στην αναζητηση...

Αναζητηση ενος λουλουδιου, ενος τηλεφωνου, μιας λεξης, ενος βιβλιου, μιας εικονας, μιας ζωγραφιας, ενος ευχαριστω, ενος φιλιου, μιας αγκαλιας, ενος προορισμου, ενος σ' αγαπω, ενος σε χρειαζομαι, ενος συγνωμη, ενος τελους, μιας φιλιας, μιας μελοδιας, μιας απαντησης, ενος τοπου, μιας πατριδας

Δευτέρα, Μαρτίου 15, 2010

Ξυλινα προσωπεια


Ξημερωσε. Αλλο ενα πρωινο στο παλιο ξυλουργειο. Ο ξυλουργος. Τα κερια που σιγοκαινε. Τα εργαλεια. Το ξυλινο τραπεζι και η καρεκλα κατω απο το μικρο παραθυρο που μπαζει. Η ατμοσφαιρα αποπνικτικη στο υπογειο, με την υγρασια να εισβαλει για τα καλα στους πορους των ξυλων. Για αλλη μια φορα ο ξυλουργος συναντησε τις πρωινες ακτινες του ηλιου, σκαλιζοντας στο κλαδι βερικοκιας, ενα προσωπειο. Γυρω του πεταμενα, ατελη προσωπεια. Ατελειωτες, απεγνωσμενες ωρες προσπαθειας. Το ποτηρι και το μπουκαλι. Το κρασι. Γουλια και σκαλισμα. Προσκολλημενος στο ιδιο εργο. Προσκολλημενος στην προσπαθεια αποτυπωσης του ευατου του, σε ενα εργο τεχνης. Σε ενα δημιουργημα. Κι ομως στο ξυλο, δεν μπορουσε να χαραχθει η ψυχη του. Δεν του το επετρεπε. Η ιδια η δημιουργια του, των καθηλωσε σε εναν ημιτελη κυκλο στιγμων.

Η μερα αποχαιρετουσε την πολη. Το σκαλισμα ενος παλιου καμβα, ειχε μόλις τελειωσει. Ενας αγνωστος χτυπησε την πορτα. Κατεβηκε τα σκαλια. Το προσωπο του μελαχρινο και καλα κρυμμενο μεσα στο μαυρο κασκωλ και στο γιακα του μαυρου παλτου του. Εγνεψε στον ξυλουργο. Ο ξυλουργος κοντοσταθηκε, ακουμπησε τα γυαλια του στο τραπεζι εργασιας. Πλησιασε.

-παρακαλω;
-με συστησαν σε εσας ως τον καλυτερο ξυλουργο της περιοχης, μπορω να σας παραγγείλω καποιο εργο;
-ειμαι στην διαθεση σας
- Εχετε προσπαθησει ποτε να μεταφερετε τα συναισθηματα σας σε ενα εργο τεχνης σας;
-...
-για να γινω πιο συγκεκριμενος, σας χαριζω αυτα τα εργαλεια και σε ανταλλαγμα θα ηθελα να δω την ψυχη σας μεσω ενος εργου σας.
-να σας πω την αληθεια χρησιμοποιω την τεχνη που εμαθα για να ζω. Ποτε μου δεν δημιουργησα κατι ελευθερα.
-Τα εργαλεια ειναι στην διαθεση σας. Εγω απλα μαζευω καποια εργα τεχνης. Μπορειτε να με πειτε εναν ιδιορρυθμο συλλεκτη. Στο ελευθερο σας χρονο μπορειτε να ασχοληθητε με αυτο που σας ζητησα. Δεν ζηταω πολλα πιστευω.

Ο ξενος χαιρετησε τον ξυλουργο, ακουμπωντας την ακρη του καπελου του. Επειτα το μαγαζι εκλεισε. Την αλλη μερα ο ξυλουργος εκανε μια βολτα για να μαζεψει ξυλα. Επιστρεφοντας αναρωτιωταν γιατι επελεξε να δεκτει την προταση του αγνωστου και να ξεκινησει το εργο που του ζητηθηκε... Αρχισε να παρατηρει τους γυρω του, τα προσωπα, τις αντιδρασεις των ανθρωπων, τα βλεμματα τους. Ξαφνικα αρχιζε να δινει σημασια σε καθε συναισθημα που γεννιοταν μεσα του. Η καρδια του γεμιζε στιγμες. Το μυαλου επεξεργαζοταν καθε μηνυμα που δεχοταν απο την υπαρξη του στην ζωη της πολης οπου ζουσε. Σχεσεις, κουβεντες, επαφες με καθε γραναζι του μηχανισμου που συνθετουν αυτην την πραγματικοτητα. Καθε φορα οι μυς του προσωπο του δημιουργουσαν εναν διαφορετικο μορφασμο. Ετσι η ιδεα σφηνωθηκε στο μυαλο του. Καθε συναισθημα και προσωπιο. Επεστρεψε στο ξυλουργιο και ξεκινησε να σκαλιζει. Ο χρονος εχασε την υποσταση του. Ισως και τα χρονια. Το ξυλουργιο του αρχιζε να αραχνιαζει. Τα προσωπεια φτιαχνονταν το ενα μετα το αλλο. Θλιψη, συμπονια, λυπηση, συμπαθεια, κουραση, απεχθεια, μισος, προβληματισμος, φοβος... Ο ξυλουργος ταμενος στο εργο του, κοιμοταν και ξυπναγε με την ιδεα ενος διαφορετικου προσωπειου. Η λαχταρα του να αποτυπωση σε ενα ξυλο, καθε ανθρωπινο συναισθηματα., καθε συναισθημα που ενιωθε κι ο ιδιος, εγινε εμμονη-παθος. Δεν υπηρχε νοημα στην ζωη του χωρις, την αφη των εργαλειων του. Σιγα σιγα εβγαινε ελαχιστα απο το μαγαζι του. Ελαχιστα συναντουσε τον ηλιο. Ελαχιστες και συγκεκριμενες εγιναν οι στιγμες επαφης του με τους γυρω. Περιοριζονταν στην αγορα φαγητου, κεριων και διερευνησης καλων ξυλων. Ο ξενος δεν εμφανιστηκε ποτε ξανα. Μεχρι ενος σημειου η δημιουργια πηγαινε καλα. Δεν τον ενοιαζε πλεον τιποτε εκτος του σκαλισματος της ζωης. Ας μην ερχοταν ποτε ο ξενος...

Εφταιγε οτι δεν εβρισκε το καταλληλο ξυλο; η εφταιγαν τα χερια του. Μηπως εφταιγε η ψυχη του εντελει; Το προσωπιο δεν φτιαχνοταν οπως ηθελε. Το αποτελεσμα εμοιαζε ψευτικο. Δεν υπηρχε καμια αληθεια στο αψυχο αυτο ξυλο. Ο ευατος ειχε πλεον χαθει αναμεσα στα ξυλα. Ενα αψυχο κουτσουρο και η ψυχη του, αφου αυτο το ταξιδι των εκανε να ματωνει καθε φορα την πληγη του. Μια αποτυχημενη αναζητηση, μια απελπισμενη προσπαθεια να αποτυπωση την ευτυχια. Το προσωπιο ψευτικο. Τι εδειχνε αραγε; πως ηταν τα ματια του προσωπου; πως ειχαν σκαλιστει τα χειλη; τα φρυδια; τα μαγουλα; οι ρυτιδες; Ξαφνικα η πορτα του μαγαζιου ανοιξε. Το τριξιμο της πορτας των ανατριχιασε τοσο πολυ που τιναχτηκε απο την θεση του. Απο το μικρο ανοιγμα της πορτας φανηκε το προσωπο ενος νεου. Αφου αναζητησε μεσα στο ημιφωτισμενο υπογειο εναν ανθρωπο, ειδε τον ξυλουργο τον χαιρετησε και ειπε

-πραγματικα δεν εχω ξαναδει πιο ζωντανα προσωπα. Μα πως τα χαραξατε; τα πουλατε; με ενδιαφερει πολυ να ασχοληθω με τα ξυλα, να χαραζω, δεχεστε μαθητες;

Ο ξυλουργος με αγωνια και σαν να μην θυμοταν πως να επιλεγει τις λεξεις για να απαντησει ειπε

- Αν θες να μαθεις πως αποτυπωνουν συναισθηματα πανω σε ενα ξυλο, πρεπει πρωτα να σκαλισεις την ζωη.
-...
- Τελικα ομως εγω δεν καταφερα να ζησω... με καταπιαν τα ξυλα που αγαπησα και η ελπιδα που δεν ηρθε ποτε απροσμενα, μεσα απο τουτα τα ξυλα.




"Ο αντρας αισθανοταν σαν ενα ζωο, που επιτελους αντιληφθηκε οτι η τρυπα στο φραχτη, απ' την οποια λογαριαζε ν'αποδρασει, δεν ηταν παρα η εισοδος στο κλουβι που το περιμενε απ'εξω."

Kobο Αbe

Κυριακή, Μαρτίου 14, 2010

Το τρενο των αναμνησεων η αλλιως μια παλια hip hop συλλογη.

Αλλο ενα περιεργο πρωινο. Μπορω να πω οτι το αισθημα οτι ειμαι εσωκλειστος σε μια μικρη αγροτικη φυλακη - με τα εξαναγκαστικα εργα- η σε ενα ψυχιατρικο ιδρυμα, αυτο το πρωινο, εχει εξαφανιστει! Λιγο ο καθαρος ουρανος, λιγο τα μαυρα συνεφακια που επιτελους ξαπωστειλε ο Βαρδαρης, λιγο ο ηλιος, λιγο η συλλογη αμερικανικου hip hop των 90's που ακουγαμε μικροι, μου εφτιαξαν την διαθεση. Βεβαια η νοσταλγια, νοσταλγια! Σχεδον σε καθε μου στιγμη, νοσταλγω. Μα ειναι πανεμορφο να ταξιδευεις με οδηγο την νοσταλγια, στα παλια. Στα αξιομνημομευτα. Ας μενει μετα στην καρδια σου αυτο το περιεργο συναισθημα... Ειναι σαν την ευθυμια που μετατρεπεται αυτοματα σε κατηφεια, οταν απο εκει που ο ουρανος ειναι πεντακαθαρος ξαφνικα ενα, δυο μαυρα συννεφα τον σκοτεινιαζουν και μαυριζουν το σκηνικο. Ειτε οπως την διψα που μενει ανικανοποίητη, οταν στα χερια σου εχεις ενα μισογεματο μπουκαλι νερο και μια λογικη που λεει οτι δεν πρεπει να το αδειασεις τελειως. Οπως και να 'χει ειναι απιστευτο να νοσταλγεις. Αναμνησεις... Ενα ταξιδι στις πλατειες τοτε που με τις τσαντες, τις κιθαρες και τα αρμονια στις πλατες τρεχαμε και δεν φταναμε, κυνηγοντας την ευτυχια και τις στιγμες. Θυμαμαι σαν να 'ναι τωρα, τις μοναχικες βολτες με τα ακουστικα κολλημενα στα αυτια, ακουγοντας απο τον τοπο της φυγης, μεχρι το karma των mood, του Guru και του τραινο της σκεψης του talib kweli. Πραγματικα ανατριχιασα! Γιατι να μην δακρυσω; αυτο το δακρυ ερχεται κατευθειαν απο την ψυχη. Οτι πιο καθαριο. Ειναι γιατρεια. Η πεπτουσια της ανθρωπινης φυσης. Σαν να πεφτεις σε ενα εδαφος στρωμενο απο πουπουλα... Καθαροτητα και γαληνη εστω και για καποια δευτερα. Κι ολα αυτα χαρη στον main flow η τους goodie mob, στον wycleaf η στον chυck d και στον Μιχαλη; η χαρη στον δρομο, στα μικροφωνα, στο ονειρολογιο η στα πρωτα στιχακια μας και στις πρωτες ανακατοσουρες με τις μποτες, τα ταμπουρα και τα χι χατ;
Ολα αυτα χαρη στην παιδικοτητα, την αγνοτητα, την αγνοια, τον ενθουσιασμο και στην μεταφραση που κανει ενα παιδι με τους φιλους του, στην πραγματικοτητα. Οσοι με νιωθετε, ξερετε! Βαγγο, Βαιε, Χρησταρα, Αλεξακο- unripe! χαχα, μην τυχον και ξεχασετε ποτε. Η ψυχη δεν ξεχνα αλλωστε ετσι; Ενα ποστ που θα σχολιαζε τα καινουρια δεδομενα στον θαλαμο μας, κατεληξε παλι ενα ταξιδι στα παιδικα μας χρονια. Και να 'ταν μονο αυτα; εγω τουλαχιστον χαιρομαι που τιποτα δεν μολυνε την παιδικοτητα μου. Απο κει και περα το που βρισκομαι τωρα ειναι αλλη ιστορια. Τα μαλλια μου ασπρισαν λιγο παραπανω φαινεται και η ντροπη μου θεριεψε...Τεσπα οπως θα ελεγε ο καθε ραππερ τοτε κλεινοντας! One love!

Σάββατο, Μαρτίου 13, 2010

Εξαναγκασμός

Θελησε η σιωπη να καλυψει καθε ουρλιαχτο, καθε κραυγη, καθε κλαμμα. Θελησε να γινει λεξη για να γιατρεψει την καρδια, να γινει τραγουδι για να ταξιδεψει την θλιψη. Αν δεν υπηρχαν οι νοτες η η γραφη;
Ενας απεραντος δακρυσμενος ουρανος.
Διαλεξε η σιωπη να γινει μια λογικη και μια κραυγη φυλακισμενη μεσα στο μυαλου το αβατο. Κανταντησε ομως μια αγιατρευτη πληγη, μια φυλακη.
Κανεις δεν δεχεται!
Κανεις δεν ακουει!
Κανεις δεν καταλαβαινει!
Καμια κατανοηση; Τα λογια παιρνουν μορφη ιστου και κλωστης και τυλιγονται γυρω απο το προσωπο. Ενα στομα χιαστι ραμμενο.
Σωπαινεις. Σωπαινω.
Θελησε η σιωπη να γινει βαλσαμο εστω για μια φορα. Εγινε; Οι λεξεις και οι νοτες ποτισαν την οργη με περισσοτερο οργη; Η πορτα του κελιου ανοιξε; η το κελι δεν ειναι η σιωπη, αλλα η πραγματικοτητα και η ελευθερια που ζηταμε ο ενας απο τον αλλον; Μηπως ζητας την ελευθερια σου, απαιτωντας την σιωπη μου; μηπως το κελι ειναι η καταδεκτικοτητα; η ανεκτικοτητα; ποιος καταδεχεται; ποιος ανεχεται; ποιος υπομενει; Φυλακιζω το μυαλο με την σιωπη μου. Μια ακομη επιλογη. Μια ακομη εύλογη απορία... Επιλογη η σιωπη. Φυλακη η σιωπη. Οι λεξεις και οι νοτες η μονη ελπιδα.

Τετάρτη, Μαρτίου 03, 2010

Ταξιδι

Σαν να τα εχω βαλει με την φυση. Ετσι νιωθω. Οτι και να κανω η φυση, ανικητη. Καθε περιπατος, καθε ταξιδι, σαν να 'ναι μεσα στην βροχη και κοντρα στον ανεμο. Προσωπα γκριζα. Ομοιομορφη ενδυμασια. Τα παντα προσεγμενα και εντυπωσιακα, πανοφορια και παπουτσια σε γκριζο χρωμα με παντελονια μαυρα. Παντου μια εκνευριστηκη ομοιομορφια. Ο δρομος αγνωστος, απατιτος. Κανενα γνωριμο προσωπο διπλα μου. Βρισκομαι στην μεση αυτης της πορεια και γυρω αυτες οι περιεργες υπαρξεις. Αδυνατω να δω το χρωμα των ματιων τους, αδυνατω να καταλαβω για ειμαστε στην ιδια πορεια. Αδυνατω να νιωσω τι πραγματικα ειναι αυτο που μας κανει να πορευομαστε μαζι. Κι ομως προχωραμε - Το φεγγαρι δινει την ασημενια αποχρωση του στα σταχια που βρισκονται εκατερωθεν του δρομου- Στην μεση του πουθενα, μεσα σε αυτην την μεγαλη πεδιαδα που βρισκομαστε με τις μικρες αλλα συνεχεις υψομετρικες διακυμανσεις, στεκεται ενα πευκο. Ποσο κουραγιο μου δινει αυτη η εικονα. Συνηρμικα... η μοναξια του δεντρου μεσα στην ομοιορφια του τοπιου, με τις μικρες πετρες, τους κοντους θαμνους και το κοκκινο ανακατεμενο χωμα, μου φανταζει ιδια με την μονοξια μου μεσα σε αυτην την πομπη, σε αυτο το περιεργο ταξιδι. Ετσι αγωνιω να μετακινηθω μεσα στην μαζα απο ανθρωπους. Νιωθω οτι ο περιπατος αυτος ειναι ανοητος. Εγω γνωριζω οτι ταξιδευω χωρις να υπαρχει καποιος προορισμος. Αλλωστε δεν χρειαζεται χαρτης για να σου δειξει την διαδρομη στο ονειρο. Απλα ακολουθεις την διαδρομη που χαραζει η θεληση σου, η ασυγκράτητη παιδικη θεληση. Ονειρο σημαινει το τιποτα. Ονειρο σημαινει η ζωη. ονειρο σημαινει αγαπη. Ονειρο σημαινει θανατος. Ονειρο σημαινει πονος, θλιψη, δακρυα, ευτυχια, γελιο, χαμογελο. Ονειρο σημαινει ενα ταξιδι χωρις επιστροφη. Ονειρευομαι...ταξιδευω. Προσπαθω να κατανοησω γιατι στα ματια των γυρω μου φαινεται ο προορισμος. Εγω ξερω οτι οσοι ονειρευονται δεν γνωριζουν πως θα επελθει το τελος ειτε ποιος ειναι ο προορισμος τους. Αλλωτε φανταζει παραδεισος, αλλωτε κολαση. Απορω. Ειτε λοιπον θα με ποδοπατησουν, διοτι ηδη ξερουν τον προορισμο τους, ειτε θα πορευθουν μη γνωριζοντας γιατι ταξιδευουν, μενοντας αμετοχοι σε αυτο το ταξιδι. Αμετοχοι στην ζωη. Η νυχτα εχει καλυψει τα παντα. Η σιωπη με εχει καταβαλει. Αρχιζω να φανταζομαι τους ηχους ενος πιανου, η καλυτερα μιας μικρης ορχηστρας. Ξαφνου ακουω μουσικη. Μου φαινονται ολα τοσο ματαια. Δεν εχω καμια επαφη με κανενα. Χανω καθε υπομονη... Ο αερας τρυπαει τα αυτια μου. Το χωμα σηκωνεται με ορμη και τυφλωνει τα ματια μου. Τα συννεφα καλυπτουν το φεγγαρι. Κλεινω τα ματια μου. Η μαζα αυτη των ανθρωπων εχει χωριστει σε δυο γραμμες. Εγω αποπροσανατολισμενος εχω μεινει στην μεση. Διακρινω οτι εχουν δημιουργηθει ομαδες ατομων σε σειρα, αριστερα και δεξια, που τις χωριζει μια κεφαλη, ενα ατομο, μαυροφορεμενο. Δεν μπορω να διακρινω το προσωπο του. Το υψος του ειναι κανονικο. Τα χερια του σηκωνοντε κατα τακτα χρονικα διαστηματα και δινουν στους πισω εναν ρυθμο... Δεν μπορω να διατυρω συνεχεια τον ιδιο ρυθμο. Εγω υπακουω στον δικο μου χρονο. Σταματαω. Αμεσως νιωθω πιο ελευθερος. Διακρινω την πομπη να χανεται πισω απο τους αναρίθμητους κοντους λοφους. Ο δρομος βρισκεται ακομη εκει. Βεβαια τωρα μπορω και εχω καθαρο οριζοντα. Εχοντας την δυνατοτητα να φανταστω, αφηνω το σωμα μου να υπερνικησει την βαρυτητα. Ανυψωνομαι και βλεπω χιλιαδες παραδρομους. Γυρω απο αυτην την υψομετρικη ασυμετρια, υπαρχουν βουνα με ομαλες καμπυλοτητες, πυκνα δασοι και ποταμια. Μια φυσικη πανδεσια. Η νυχτα βεβαια δεν με βοηθα να κοιτω μακρυα. Στα αυτια μου αντηχει η ατμοσφαιρικοτητα του πιανου, μια σκοτεινη, θλιβερη, νοσταλγικη, ανατολιτικη, συμφωνια. Παταω ξανα στην γη. Η πομπη φαινεται να αφησε καποιους πισω. Αποψε συναντησα μια ψυχη. Μια ψυχη σαν την δικια μου. Μονο και μονο επειδη εμεινε πισω. Εμεινε εκει ενας ανθρωπος, ρακενδυτος, νικημενος απο τον ρυθμο αυτης της πορειας, νικημενος απο την ματαιοτητα, απο την καθοδηγηση, απο την υπομονη, απο την μιζερια. Υπνοτισμενος και συμβιβασμενος απο την διαδρομη αυτη φαινεται να αφεθηκε κι αυτος, σε μιαν αλλη μοιρα. Σε εναν αλλο κοσμο. Τωρα στεκει πισω σαν χαμενος, μα χαρουμενος. Μακαρι να συναντηθει η χαρα μας.

Σημερα, στεκω ψηλα σε ενα υψωμα. Ο ηλιος γλυκανε την καρδια μου. Αναζητω ακομα τον δρομο μου. Μολις που περνω την πυλη ενος πετρινου χωριου ξεχασμενου στον χρονο. Η πετρα των σπιτιων εχει γινει ενα με το βουνο. Ηρθα εδω γνωριζοντας οτι θα μαγεψω την ψυχη μου και θα γνωρισω στιγμες γαληνης. Ηρθα να ξαποστασω και να θαυμασω αυτο το αξιοθαυμαστο τοπιο. Παντου βουνα, γυρω μου γυμνα τα δεντρα απο το χιονι του χειμωνα και απο κατω μου χαλι τα χωραφια και οι δυο λιμνες. Πως να περιγραψω τετοια ομορφια, μακαρι να σας δοριζα τα ματια μου. Καθε σοκακι αυτου του μερους μαγικο και λυτο. Κατευθυνομαι προς την πλατεια, τα σπιτια δημιουργουν μια σκια που παγωνει το χιονι. Προχωρω προσεκτικα. Οι ασημενιες στεγες με τις πετρινες καπνοδοχους, των σπιτιων τωρα ειναι στο υψος του κεφαλιου μου. Στεκομαι στα σκαλια ενος παλιου ερειπωμενου αρχοντικου. Τα παραθυρα και η πορτα αφαντα. Η στεγη μιση. Κι ομως υπαρχει παντου ζωη...