
Αν δύο τελείως αντιφατικά μεταξύ τους πράγματα μπορούν να ενυπάρχουν ταυτόχρονα και να είναι και τα δύο σωστά τότε σε τι να ελπίζει κανείς;
Αφού η ζωή είναι τόσο μα τόσο γρήγορη και τα συναισθήματα αναντίστοιχα αργά αναρωτιέμαι πως μπορεί κανείς να γράψει ή να κάνει τέχνη - οτιδήποτε - μουσική θέατρο - ποίηση - ζωγραφική... Καθώς χρειάζεται κάπως τα πράγματα να είναι σε έξαρση μέσα σου είτε να έχουν γαληνέψει - καταλαγιάσει. Επομένως χρειάζεται είτε άμεσα είτε σε βάθος χρόνου να κάνεις τις απαραίτητες διεργασίες για να εξάγεις συμπεράσματα - να εκφράσεις αληθινά συναισθήματα που επεξεργάστηκες και μπορείς να αναλύσεις ή να μιμηθείς. Αλλά είναι πάμπολλες οι φορές που ζούμε πράγματα που δεν έχουμε τον χρόνο να τα σκεφτούμε. Όμως η ζωή έχει φροντίσει και για αυτές τις περιπτώσεις... Με την στείρα επανάληψη.


Ο Γ. βρέθηκε σε αυτό το δωμάτιο. Αργά το βράδυ έφτασε, άνοιξε την πόρτα. Δεξιά του το γραφείο της υποδοχής με το χαρακτηριστικό κουδούνι να αστράφτει πάνω στο πάγκο της ρεσεψιον, αριστερά ο απαραίτητος καναπές, τα περιοδικά και το μεγάλο κοντό μαύρο τραπεζάκι. Δίνει την ταυτότητα, παίρνει τα κλειδιά, ο διάλογος με τον ξενοδόχο ανύπαρκτος. Το δωμάτιο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο, μόλις εξήλθε του ασανσέρ, η μυρωδιά της κλεισούρας επικράτησε κάθε άλλης αίσθησης. Τα πάντα γύρω του γκρίζα...μισοφωτισμένα. Διακρίνοντας τον αριθμό του δωματίου, έσπευσε να φτάσει στην πόρτα. Το μοναχικό, παράξενο ταξίδι του, τον έφερε σε αυτό το ρημαγμένο ξενώνα. Η πόρτα πίσω του κλείνει. Ανάβει το φως. Στάθηκε ένα δεύτερο και πίσω του ακούστηκε βάδισμα. Ακούει τα κλειδιά, η πόρτα ανοίγει, βλέπει τον εαυτό του να ανάβει το φως. Το φως σβήνει. Τα πάντα παγώνουν. Ανάβει το φως του μπάνιου. Ο εαυτός του πουθενά. Παρ όλη την ταραχή δεν χάνει την ψυχραιμία του. Συνεχίζει να περιεργάζεται το δωμάτιο. Η κουβέρτα είναι στην απόχρωση του γκρίζου. Το μυαλό του στριφογυρνά στην κουβέντα που είχε προημερών με τον κ.Χ.
Η μοναξιά συναντιέται σε κάθε κίνηση που κάνεις. Σε βρίσκει στο πρωινό ξύπνημα, βρίσκεται στην κίνηση του ανοίγματος της πόρτας και στην αίσθηση που δίνει αυτό το άνοιγμα. Βρίσκεται στο πώς επιλέγεις φαγητό, ρούχα, μια βόλτα, μια εκδρομή. Στο πώς γελάς, πώς τραγουδάς, πώς σκέφτεσαι. Από το πιο μικρό πράγμα στο πιο σύνθετο. Για αυτό είναι αμπόρετη. Γιατί κάθε φορά έρχεται και σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί μόνος; Σε κάνει να αμφιταλαντεύεσαι, αν έκανα κάτι λάθος. Οι επιλογές, αυτές οι ηλίθιες καθημερινές επιλογές σιγά σιγά γίνονται θηλιά στο λαιμό.
Δηλαδή το ότι επιλέγω, σημαίνει ότι θα μένω και σιγά σιγά πιο μόνος;
Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι το είναι σου συναντά την μοναξιά πιο συχνά από ότι νομίζεις. Χτίζεις καθημερινά το μονοπάτι εκείνο που βγάζει σε αυτό το αδιέξοδο.
Μα δεν θα έπρεπε να είμαι τόσο μόνος. Δεν μπορεί όλοι γύρω μου να είναι τόσο μόνοι. Εγώ αναζητώ τους τρόπους να ισοπεδώσω αυτήν την μοναξιά. Ωστόσο αυτό που νιώθω όμως ότι καταλαβαίνω καλά είναι ο εαυτός μου. Ίσως να πλανιέμαι γιατί σιγά σιγά νιώθω ότι τον χάνω και αυτόν. Η ανάγκη μου για ζωή και ευτυχία, έχει μετατραπεί σε ανάγκη για ησυχία και λιτότητα των αισθήσεών μου. Γιατί όσο περισσότερο νιώθω, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ αυτό το μοναχικό γκρίζο. Αυτό όμως δεν μπορώ να το αποφύγω...πάντα μα πάντα επιδιώκω αυτήν την αναζήτηση.
Όλα πλέον στην ζωή τείνουν να μετατρέπονται σε απλοϊκά γνωμικά ή ακόμη ακόμη μπορεί κάποιος να τα παρομοιάσει με χρώματα. Άσπρο η μαύρο. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες επιλογές δεν μπορούν να έχουν μια μέση κατάσταση ουδετερότητας, άλλα η ζωή δεν είναι ποτέ έτσι. Η ζωή εάν παρομοιαζόταν με χρώμα, για μένα θα ήταν το γκρίζο, για άλλους κάθε χρωματική απόχρωση η οποία θα ήταν το πάντρεμα ενός-δύο-τριών-άπειρων χρωμάτων.
Εσύ αναζητάς; Η μονή ελπίδα που βρίσκω ώρες ώρες είναι στην αναζήτηση του εαυτού μου. Σε κανέναν άλλον. Θέλω να πορεύομαι μόνος, για να είναι όλα πιο εύκολα...
Συνάμα όμως γίνονται όλα τόσο τραγικά και προβλεπόμενα, τόσο μοναχικά. Πραγματικά δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι η μοναξιά μου με ωθεί ακόμη πιο πολύ στην αναζήτηση. Αλλά άλλοτε με φέρνει ακόμη πιο κοντά στην σκιά μου και δεν το μπορώ. Όταν μένω μόνος τρέμω. Εκεί έχω καταλήξει. Ότι αυτή η σκιά αν απλωθεί κι άλλο κάποια στιγμή θα με στιγματίσει. Πάντα θέλησα να ακούσω, να καταλάβω, να συμμορφωθώ με τα συναισθήματα, να βοηθήσω, να εμπνεύσω και να εμπνευστώ, να χτίσω... αλλά τα πάντα γύρω μου γυρνάν μέσα σε έναν φαύλο κύκλο, με γνωστό αποτέλεσμα ,άλλα με τόσο απρόβλεπτη διάμετρο.
Ο Γ. πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι μα ήδη είχαν σχηματιστεί στην κουβέρτα τα βαθουλώματα από ένα κορμί. Τρόμαξε. Τα πάντα πάγωσαν. Ήταν πολύ εκνευριστικό αυτό που γινόταν. Άπλωσε το χέρι του να σηκώσει τα σκεπάσματα. Έγειρε το κορμί του προς την πλευρά του παραθύρου και είδε ξανά τον εαυτό του να κοιτά έξω από το παράθυρο. Τα μάτια του έκλειναν. Το άλλο πρωί, σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Ανοιξε λίγο την κουρτίνα και κοίταξε το λιβάδι απέναντι. Το δωμάτιο ασφυκτικά κλειστό. Το πρωινό ήταν πολύ υγρό. Η ανάγκη του για να ξεφύγει από αυτήν την αλλόκοτη κατάσταση ήταν πολύ μεγάλη. Ήταν μόνος του μα πλέον ήταν τρομαγμένος. Αυτό που βίωνε ήταν ένα παράξενο σημάδι. Άνοιξε την πόρτα. Κοίταξε προς το ασανσέρ, είδε πάλι τον εαυτό του να περιμένει το ασανσέρ και να μπαίνει μέσα.... Έτρεξε προς την πόρτα μα το ασανσέρ ήταν στον ίδιο όροφο, δεν είχε μετακινηθεί. Έγνεψε στον ξενοδόχο. Βγήκε έξω, πάτησε το πλακόστρωτο. Αλαφιασμένος ανέβηκε προς το ύψωμα. Στα αριστερά του το μονοπάτι πέρναγε τις άσπρες αμυγδαλιές... πίσω του είδε πάλι μία γνώριμη φιγούρα να πετιέται έξω από τον ξενώνα. Γνωστό το πρόσωπο... Ανέβηκε στην κορφή του υψώματος. Ένιωθε ότι ήταν πλέον τόσο αργά, τόσες στιγμές, τόσες προσπάθειες, τόσος χρόνος και δεν είχε κερδίσει τίποτα... το μόνο που ένιωθε ήταν ότι έχανε τον ίδιο του τον εαυτό, έχανε τα λογικά του. Στην κορυφή του υψώματος, για άλλη μια φορά αντίκρισε το ίδιο πράγμα... μία ακόμη επιλογή. Κανείς δεν τον ένιωθε, κανείς δεν τον κατάλαβε. Η αναζήτηση. Το άγνωστο.
Ώρες ώρες τα πάντα περιστρέφονται σε αυτόν τον φαύλο κύκλο. Φαύλος γιατί μπορεί να είναι γνωστό το πού τελικά – ή μπορεί να φάνταζε γνωστό- μα ο Γ. ένιωθε ότι βάδιζε στο απρόβλεπτο δρόμο της διαμέτρου αυτού του κύκλου, για ακόμη μία φορά.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ράϊχ που μέχρι προχθές δεν ήξερα τίποτα για αυτόν και δεν είχα διαβάσει επίσης τίποτα και έχω εκτιμήσει πολύ ως τώρα τη δουλειά του, το συγγραφικό του έργο και γενικά την διάυγεια του.
…Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι μετέτρεψες τα ανθρωπάκια σε δυνάστες σου και ότι έστειλες στο μαρτύριο τους πραγματικά μεγάλους άντρες, ότι τους σταύρωσες, τους λιθοβόλησες και τους άφησες να πεθάνουν απ’ την πείνα, ότι ποτέ δεν τους σκέφτηκες, ούτε αυτούς, ούτε τους κόπους τους, ότι δεν έχεις την παραμικρή ιδέα σε ποιους χρωστάς οτιδήποτε καλά υπάρχουν στη ζωή σου…
… Δεν έχεις αισθητήριο όργανο για να ξεχωρίσεις τον πραγματικό μεγάλο άνθρωπο. Ο τρόπος ζωής του, ο πόνος του, η επιθυμία του, ο θυμός του, η πάλη του για σένα, σου είναι άγνωστα. Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι υπάρχουν άντρες και γυναίκες που δεν μπορούν να σε καταπιέσουν και να σε εκμεταλλευτούν και που θέλουν να είσαι ελεύθερος, ειλικρινής και τίμιος. Δεν αγαπάς τους άντρες αυτούς και τις γυναίκες γιατί είναι ξένοι προς την ύπαρξή σου. Είναι απλοί και ακέραιοι, γι’ αυτούς η αλήθεια είναι ότι είναι για σένα η πονηριά. Κοιτάζουν τον εσωτερικό σου κόσμο, όχι με χλευασμό, αλλά με πόνο για τη μοίρα του ανθρώπου. Μα εσύ αισθάνεσαι την ερευνητική ματιά τους και οσφρίζεσαι κίνδυνο. Τους παραδέχεσαι Ανθρωπάκο, τότε και μόνον, όταν άλλα Ανθρωπάκια σου πούνε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι μεγάλοι. Φοβάσαι το μεγάλο άνθρωπο, τη γνώμη του και την αγάπη του για τη ζωή. Ο μεγάλος άνθρωπος σ’ αγαπάει απλά, όπως αγαπάει κάθε ζώο σαν ζωντανό πλάσμα. Δε θέλει να σε βλέπει να υποφέρεις όπως υπέφερες ολόκληρες χιλιετηρίδες. Δε θέλει να σ’ ακούει να μοιρολογείς όπως μοιρολογούσες ολόκληρες χιλιετηρίδες. Δε θέλει να σε βλέπει υποζύγιο, γιατί αυτός αγαπά τη ζωή και τη θέλει ελεύθερη από πόνο και εξευτελισμό…
Βέβαια αμέσως κάτι μου θύμισε... χωρίς να θέλω βέβαια να συγκρίνω...
http://pikralida.blogspot.com/2007_07_01_archive.html
http://pikralida.blogspot.com/2007/10/blog-post.html